Τη δεκαετία του ’70, ο εξάχρονος Κωνσταντίνος μεγάλωνε στη Ζυρίχη της Ελβετίας. Οι γονείς του εργάζονταν εκεί και η ζωή τους κυλούσε ανάμεσα στο σχολείο, στο κρύο, στις τακτοποιημένες πολυκατοικίες και στις μεγάλες χειμωνιάτικες νύχτες.
Μα για τον Κωνσταντίνο το καλοκαίρι είχε άλλη πατρίδα.
Ήταν η Βαλύρα.
Εκεί τον περίμεναν οι παππούδες, τα ξαδέλφια, οι φίλοι του χωριού και, πάνω απ’ όλα, ο παππούς Γιώργος. Ο πατέρας της μητέρας του τον λάτρευε. Παρόλο που το παιδί είχε πάρει το όνομα του άλλου παππού, ο αείμνηστος παππούς Γιώργος τον θεωρούσε τον δικό του μικρό βασιλιά.
Τα καλοκαίρια ήταν γεμάτα παιχνίδι, ποδήλατα, ατέλειωτες βόλτες και μπάνια στη Μπούκα, στη Μεσσήνη. Το νερό, η ζέστη, η μυρωδιά από τα ξερά χόρτα και τα σύκα που ωρίμαζαν στα δέντρα ήταν για τον Κωνσταντίνο ένας κόσμος ολόκληρος.
Εκείνο όμως το καλοκαίρι κάτι είχε αλλάξει.